Σε κάθε βόλτα μου στους δρόμους της πόλης βλέπω δεκάδες όμορφα αντικείμενα πεταμένα στα σκουπίδια. Παλιά συνέβαινε μόνο τον Σεπτέμβριο που οι άνθρωποι μετακόμιζαν, ή μία στο τόσο, όταν κάποιος αποδημούσε και οι κληρονόμοι ξεφορτώνονταν το παρελθόν του που δεν σήμαινε τίποτα για αυτούς. Τώρα είναι καθημερινό φαινόμενο. Έπιπλα μιας άλλης εποχής, διακοσμητικά, φωτογραφίες, ρούχα, παιχνίδια… Οι δρόμοι έχουν μετατραπεί σε ένα τεράστιο παλαιοπωλείο. Κάποιοι τα πετάνε χύμα μέσα στους κάδους, άλλοι τα αποθέτουν ευλαβικά δίπλα τους μπας και τα δει κάποιος άλλος και τους δώσει μία δεύτερη ζωή.
Είμαι από αυτούς που δεν ντρέπονταν να μαζεύουν πράγματα από τους κάδους. Ήταν μία συνήθεια που απέκτησα, όταν μετακόμισα στη Νέα Υόρκη. Υπήρχαν τόσα παρατημένα έπιπλα στους δρόμους που δεν χρειάστηκε να αγοράσω τίποτα για να επιπλώσω το σπίτι μου πέρα από ένα καινούριο, καθαρό στρώμα. Με ένα σφυρί, ένα κατσαβίδι και ένα πινέλο μεταμόρφωσα τα σκουπίδια των άλλων σε θησαυρούς της δικής μου ζωής.
Από τους δρόμους της Αθήνας έχω μαζέψει κατά καιρούς απίθανα αντικείμενα, μερικά από τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να φιγουράρουν στους καταλόγους μεγάλων οίκων δημοπρασιών του εξωτερικού. Πάντα απορούσα γιατί τα πετούν οι άνθρωποι και γιατί δεν φωνάζουν κάποιον παλιατζή να τα πάρει, έστω και κοψοχρονιά. Η απάντηση συνοψίζεται σε μία λέξη, ανέχεια. Μια λέξη που είχε εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο των Ελλήνων για δεκαετίες και ξαναέκανε δυναμικά την εμφάνιση της στη δεκαετία του 1990. Ο κόσμος δεν έχει πια χρήματα για να αγοράζει κάτι πέρα από τα απαραίτητα, κι, αν κάτι του περισσεύει, θα τα δώσει για ένα ταξίδι που θα τον βγάλει για λίγο από την καθημερινή του μιζέρια ή για κάποιο αντικείμενο που θα του θυμίσει τις παλιές καλές εποχές και θα τον γυρίσει για λίγο στην ανεμελιά της παιδικής και της εφηβικής του ηλικίας.
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο μικροαντικείμενα. Από όλους όσους είχαν κατοικήσει πριν από εμένα σ’ αυτό είχε μείνει και κάτι. Και φυσικά, συνέχισα και εγώ την παράδοση. Από κάθε μου ταξίδι, κάθε μου σχέση, κάθε μου εμπειρία, κράταγα και ένα ενθύμιο. Μέχρι που έφτασε το σπίτι μου να θυμίζει την πλατεία Αβησσυνίας…
Προσπάθησα να το «εκλογικεύσω» δηλώνοντας οπαδός του μαξιμαλισμού. Υποστήριζα ότι είναι πιο όμορφο να ζεις σε έναν χώρο βγαλμένο από παραμύθι, παρά σε ένα λευκό κουτί. Η ζωή όμως με προσπέρασε και βρέθηκα και εγώ καθηλωμένη, όπως όλοι μας, μπροστά από μία οθόνη. Όλη αυτή η πολυχρωμία γύρω μου, δεν μου είναι μόνο άχρηστη, μου δυσκολεύει και την ζωή μιας που με αναγκάζει να μπαίνω στον ρόλο της νοικοκυράς περισσότερες ώρες από όσες θα ήθελα. Τακτοποιώ και ξεσκονίζω τα υπάρχοντα μου, αλλά δεν παίρνω πια χαρά από αυτά. Τι να τον κάνω τον πίνακα στον τοίχο, όταν μπορώ κάθε μέρα να βλέπω άπειρους πίνακες μέσω διαδικτύου; Τι να τα κάνω τα επιπλέον πιάτα, όταν δεν κάνουμε πια τραπέζια ο ένας στον άλλον; Tι να τα κάνω τα ακριβά κοσμήματα και αξεσουάρ, όταν πουθενά πια δεν απαιτείται black tie; Γιατί να ζω ανάμεσα σε στοίβες χαρτούρας (τα περιοδικά που φιλοξενούν άρθρα μου, φωτογραφίες, εισιτήρια, memorabilia), όταν μπορώ ανέξοδα να τα ψηφιοποιήσω και να τα χαζεύω στην οθόνη; Θα μου πείτε, η οθόνη καλύπτει μόνο μία από τις πέντε αισθήσεις, την όραση, τι γίνεται με τις υπόλοιπες;
Η ίδια η ζωή έχει αρχίσει να περιορίζει τον ρόλο των υπόλοιπων αισθήσεων. Τα φρούτα δεν έχουν γεύση, τα λουλούδια δεν μυρίζουν. Όσο για τη μουσική, έχει μετατραπεί σε απλή υπόκρουση της καθημερινότητας μας, έχει απωλέσει όλα τα τελετουργικά που την έκαναν συναρπαστική. Η επαφή με τη φύση, η επαφή με τους ανθρώπους γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Ο ήλιος είναι πολύ δυνατός για να κυκλοφορείς έξω χωρίς προστασία. Ακραία καιρικά φαινόμενα εμφανίζονται από το πουθενά και γκρεμίζουν σπίτια και όνειρα. Θανατηφόροι ιοί κυκλοφορούν σαν τα αδέσποτα της γειτονίας μας. Περνάμε τα λόγια μας από σουρωτήρι για να μην βρεθούμε κατηγορούμενοι της κοινωνίας του πολιτικά ορθού και από την άλλη έχουμε την τρομολαγνεία της τηλεόρασης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που μας οδηγεί στον να βλέπουμε καθέναν που περπατάει δίπλα μας σαν υποψήφιο δολοφόνο.
Δεν είμαι νοσταλγός του παρελθόντος. Κοιτάω πάντα μπροστά. Απλά το μέλλον μοιάζει πολύ με τις πτήσεις της Ryanair, απαιτεί από εμάς να ταξιδεύουμε χωρίς αποσκευές. Χωρίς πολλά ρούχα ή εργαλεία, και σίγουρα με ανοιχτό μυαλό. Μαζί με αυτά που αραχνιάζουν στα ντουλάπια, τα πατάρια και τις αποθήκες μας, πρέπει να πετάξουμε και τις προκαταλήψεις μας. Ο σκληρός μας δίσκος χρειάζεται format…